έρπω


έρπω
έρπω βλ. πίν. 9 (μόνο στον ενεστ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἕρπω — serpo) pres subj act 1st sg ἕρπω serpo) pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρπω — και σέρπω (Α ἕρπω) προχωρώ σερνόμενος με την κοιλιά πάνω στο έδαφος ή στηριζόμενος στα χέρια και στα γόνατα νεοελλ. 1. ταπεινώνομαι μπροστά σε ισχυρούς, φέρομαι δουλικά, τούς κολακεύω χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς 2. (για φύλλα… …   Dictionary of Greek

  • έρπω — [эрпо] р. ползать, пресмыкаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἕρπον — ἕρπω serpo) pres part act masc voc sg ἕρπω serpo) pres part act neut nom/voc/acc sg ἕρπω serpo) imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἕρπω serpo) imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπετε — ἕρπω serpo) pres imperat act 2nd pl ἕρπω serpo) pres ind act 2nd pl ἕρπω serpo) imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρπῃ — ἕρπω serpo) pres subj mp 2nd sg ἕρπω serpo) pres ind mp 2nd sg ἕρπω serpo) pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἷρπον — ἕρπω serpo) imperf ind act 3rd pl ἕρπω serpo) imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπομένων — ἕρπω serpo) pres part mp fem gen pl ἕρπω serpo) pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυσάντων — ἕρπω serpo) aor part act masc/neut gen pl (attic) ἕρπω serpo) aor imperat act 3rd pl (attic) ἑρπύζω creep aor part act masc/neut gen pl ἑρπύζω creep aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπύσαι — ἕρπω serpo) aor inf act (attic) ἑρπύσαῑ , ἕρπω serpo) aor opt act 3rd sg (attic) ἑρπύζω creep aor inf act ἑρπύσαῑ , ἑρπύζω creep aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)